Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Περί αισιοδοξίας...

Μπορεί οι απαισιόδοξοι να έχουν μακροπρόθεσμα δίκιο, οι αισιόδοξοι, όμως, περνούν καλύτερα στο μεταξύ.
Ανώνυμος 

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Πιανόσκαλα...


Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο


Kώστας Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά (1972)

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Mαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
H ευτυχία μου, σκέπτομαι, θά 'ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Aμάλθειο κέρας.

(Tαπεινή τέχνη δίχως ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα 'ρθώ κοντά σου
κατακορύφως.

Oι ορίζοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Ά! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Όλα είναι δρόμος.

Από δω και πέρα, όλο το παιχνίδι είναι στο δρόμο. Στο δρόμο θα παίρνεις το χρίσμα. Όποιοι καταφέρουν να περπατήσουν στους δρόμους της Αθήνας –χωρίς να διαπομπευτούν- αυτοί θα είναι οι επόμενοι εκλεκτοί. Όλα είναι δρόμος.
Pitsirikos

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Οι ανεμόμυλοι πληθαίνουν οι Δον Κιχώτες λιγοστεύουν.
Φόρμπατ

Περί μουσικής...

Το να βολευτείς στη μουσική είναι γελοίο. Είναι σαν να βολεύεσαι σε μια σχεδία στη μέση του ωκεανού.
Γιάννης Αγγελάκας

Τσάρλι...

Έξη μήνες αργότερα, την ημέρα που έφευγα για το Μέξικο, ο Τσάπλιν θέλησε να μου δείξει τα “Φώτα της πόλης” πρίν απο το τελικό μοντάζ και χωρίς ήχο.
Είμαι καθισμένος στην πολυθρόνα, ο Τσάπλιν κάθεται μπροστά στο πιάνο και κάνει δοκιμές για την μουσική επένδυση. Ο Τσάπλιν (στην οθόνη) σώζει έναν εκατομμυριούχο που θέλησε να πνιγεί. Αλλά ο παρα λίγο αυτόχειρας αναγνωρίζει το σωτήρα του μονάχα τις στιγμές που είναι πιωμένος.
Είναι κωμικό αυτό ; Όχι είναι τραγικό.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Περί ηλεκτρισμού...

Είναι απίστευτο το πόσα χρόνια έκανε ο άνθρωπος να ανακαλύψει τον ηλεκτρισμό και φτάνουν δεκαπέντε ημέρες να μην έχεις να το πληρώσεις και σου είναι εντελώς άχρηστη αυτή η ανακάλυψη.
Ινάτσιο Σιλόνε – Φονταμάρα

Περί ευτυχίας...

Η ευτυχία δίνεται σε κομματάκια σε διάφορες στιγμές.
Όταν είναι κανείς παιδί περιμένει τη μεγάλη ευτυχία.
Και περιμένοντας την εκπλήρωσή της, αφήνει κανείς να του διαφεύγουν ή δεν εκτιμά τις μικρές αυτές ευτυχίες, τις μοναδικές που υπάρχουν στην πραγματικότητα. Σαν ένα ζητιάνο που αρνείται τις ελεημοσύνες που του δίνουν επειδή του υποσχέθηκαν έναν ανύπαρκτο θησαυρό.
Αυτές οι μικροευτυχίες μοιάζουν ασήμαντες. Μια ήρεμη συζήτηση με έναν φίλο, οι γλάροι που πετούν τριγύρω μας, αυτός ο ουρανός και οι μπύρες που μόλις ήπιαμε.
Ε.Sabato

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Federico Garcia Lorca

Νίκος Καββαδίας - Πούσι (1947)

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Όταν η γυναίκα εκνευρίζεται.

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Περί ξερολίασης...

Συνήθως αυτοί που μιλούν πολύ δεν ξέρουν τίποτα, ενώ αυτοί που μιλούν λίγο ξέρουν πολλά.

Ανδρείκελα.

Κ. Καρυωτάκης - Ελεγεία και σάτιρες (1927)


Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.
Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.
Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.
Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Τίγρη.

Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα
δάση της νύκτας.
Ποιο αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε
την τρομερή σου συμμετρία;
Σε τι απύθμενα βάθη ή μακρινούς ουρανούς
έκαιγε η φωτιά των ματιών σου;
Σε τι φτερά ήθελε Εκείνος να πετάξει;
Ποιο χέρι τόλμησε να πιάσει τη φωτιά σου;
Ποιο το στέρνο και ποια η τέχνη
ν’ ανοίξει θα μπορούσε την ενέργεια της καρδιάς σου;
Κι όταν η καρδιά σου άρχισε να χτυπά,
ποιο φοβερό χέρι; και ποιο φοβερό πόδι;
Ποιο σφυρί, ποια αλυσίδα,
Σε ποιο καμίνι ήταν το μυαλό σου;
Σε ποιο αμόνι; Ποιο φοβερό άδραγμα
θα τολμούσε να πνίξει τους θανάσιμους φόβους του;
Όταν τα άστρα έριχναν κάτω στη γη
τα φωτεινά τους ξίφη και έβρεχαν
τους ουρανούς με τα δάκρυά τους,
Χαμογελούσε Εκείνος, που έβλεπε το έργο του;
Εκείνος που έκανε το πρόβατο, έκανε κι εσένα;
Τίγρη, τίγρη, που καις λαμπρά στα δάση της νύκτας
Ποιο αθάνατο χέρι ή μάτι σχεδίασε
την τρομερή σου συμμετρία!

William Blake

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Υπάρχει ακόμα κάτι που δεν έχει χαθεί…

Καλό είναι να υπενθυμίζουμε στον κόσμο πως όπως στις εποχές που νόμιζε ότι τα είχε όλα κι εμείς του λέγαμε πως τίποτα δεν έχει ακόμα, έτσι και τώρα που νομίζει πως τα έχει χάσει όλα, τίποτα ακόμα δεν έχει χαθεί. Υπάρχουν πολλά πράγματα να κάνουμε όλοι μαζί...
Γιάννης Αγγελάκας

Η Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου.

Κώστας Βάρναλης - Ποιητικά (1956)

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.
Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

τελευταία άρθρα