Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά...

Η ανάρτηση που ήθελα να κάνω προχτές. Τελικά η αξία του ανθρώπου δεν χάνεται πότε. Όσο μπορούμε να συγκινούμαστε ακόμα από τέτοια δημιουργήματα, όσο μπορούμε ακόμα να αγαπάμε και να ερωτευόμαστε, πάντα θα υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί.
Ταρακουνηθείτε, χαστουκίστε τον εαυτό σας. Δεν είναι αυτή η Ελλάδα. Μην πλανιέστε από δημαγωγούς και δήθεν δημοκράτες. Το μίσος δεν μεγάλωσε ποτέ σωστά παιδιά. Αξιοπρέπεια και ψηλά το κεφάλι. Μην το σκύβετε μπροστά στο μίσος και στην σκλαβιά.
Κλείστε τα μάτια και ονειρευτείτε το Μονόγραμμα του Ελύτη. Το έντυσα με φωτογραφίες δικές μου, έτσι όπως το ονειρεύτηκα εγώ. Έτσι όπως μου το έδειξε η φύση και η αγάπη.
Μη χάσουμε αυτά που μας κάνουν περήφανους και ανίκητους. Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Αυτή είναι η Ελλάδα.






















Τα μέρη των φωτογραφιών είναι από:
Εύβοια 
Σέρρες
Μάνη

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ελλάς Ελλήνων Ηλιθίων ανεχτείτε...

Σήμερα ήθελα να κάνω μια ανάρτηση για τον Ελύτη. Με όλα αυτά που διαβάζω όμως μου έκοψαν την φόρα και την όρεξη. Είναι ντροπή να έχουμε τέτοιους ποιητές και να έχουμε τόσο πολύ εγκλωβίσει την σκέψη μας, την έχουμε στύψει, την έχουμε αλλοιώσει. Όλο και περισσότερους ανθρώπους ακούω να λένε την φράση ''καλά του έκαναν'', ''άντε να μπει μια τάξη''. Τάξη... τι τάξη; Δια της αταξίας;
Παλιότερα πίστευα ότι είμαστε πιο ευφυής λαός. Ότι καταλαβαίνουμε ότι κάποιος μας κοροϊδεύει. Τον κόβαμε από την φάτσα. Τώρα έχουμε τυφλωθεί από το μίσος και την εκδίκηση. Δεν θα γράψω πολλά. Τα λένε άλλοι καλύτερα από μένα. Δεν θέλω να θίξω κανένα θρησκευτικό αίσθημα, όσο αντίθετη και να είμαι με όλο αυτό. Ούτε τα όρια της σάτιρας. Θέλω να θίξω όμως το όριο της ανεκτικότητάς μας.

Ανεχτείτε να συλλαμβάνουν τον κόσμο χωρίς λόγο, χειροκροτήστε αν θέλετε κιόλας. 
Ανεχτείτε να καταστρέφουν τους πάγκους των αλλοδαπών με την ελληνική σημαία και κάντε τον σταυρό σας μετά.
Ανεχτείτε τους τζάμπα μάγκες, μέχρι εσάς φτάνει η μαγκιά τους.
Ανεχτείτε το ξύλο και την βία, ρίξτε και σεις καμία όπου σας παίρνει.
Ανεχτείτε να σας παίρνουν την ζωή και πάτε και ψηφίστε τους ξανά.
Ανεχτείτε την αφθονία της εκκλησίας και προσφέρετε και σεις τον οβολό σας.
Ανεχτείτε την χούντα, άλλωστε μια τέτοια μας χρειάζεται για να μας στρώσει.
Ανεχτείτε τον φασισμό. Ανεχτείτε μια καινούργια Ιερά Εξέταση. Ανεχτείτε ένα νέο ''ιερό'' πόλεμο. Ανεχτείτε την κοροϊδία. 
Προσκυνήστε τα.
Ελλάς Ελλήνων Ηλιθίων ανεχτείτε τα, συνηθίστε τα, γιατί έρχονται και σε σας. 
Νομίζετε ότι θα μείνετε στην απ΄ έξω; 

Είναι νωρίς ακόμη μές στον κόσμο αυτόν, μ’ακούς;
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ακούς;
Οδ. Ελύτης

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Έλα να σου δείξω τις τριανταφυλλιές.


Μη μιλάς άλλο για αγάπη η αγάπη είναι παντού
στην καρδιά μας στη ματιά μας τρώει τα χείλη τρώει το νου

Μη μιλάς άλλο για αγάπη; Η αγάπη είναι παντού; Αν υπάρχει δεν πρέπει να την δείχνουμε; Να μιλάμε για αγάπη. Τι νόημα έχει να αγαπάς κατά βάθος. Το θέμα είναι να αγαπάς και κατά ύψος, πλάτος, μήκος, με όλο σου το είναι. Να το δείχνουμε. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Σαν να είναι η τελευταία στιγμή, σαν να είναι το τελευταίο φιλί. Ναι, ξέρω αν κάτι δεν το βλέπουμε δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Μπορεί να υπάρχει, να διαχέεται παντού και πάντα. Άλλα θέλω να μου το δείχνεις. Να μου λες να το... μπροστά στα μάτια σου είναι. Σε περιβάλει και μέσα και έξω. Έτσι πολλαπλασιάζετε. Κυριεύει τον κόσμο και αναπόφευκτα τον εξουσιάζει.
Ας μιλήσουμε για αγάπη και ας είναι παντού.


Φωτιά μου εσύ κι αέρας
στο σύνορο τούτης της μέρας
Το γέλιο σου δως μου
και γίνε του κόσμου το πέρας

Τυχερός εσύ που την αισθάνεσαι, άτυχος εσύ που δεν την βλέπεις. Και συ που την βλέπεις και την παραβλέπεις σου αξίζει να είσαι δυστυχισμένος. Γιατί η αγάπη είναι σαν την φωτιά. Πρέπει να την ταΐζεις για να ζήσει. Ναι μεν υπάρχει, ανάβει από μόνη της, αλλά για να παραμείνει αναμμένη πρέπει να συντηρηθεί. Γιατί αλλιώς θα ανακατεύεται μέσα στις στάχτες, θα βασανίζεται, θα νιώθει παραγκωνισμένη και παραπεταμένη. Αλλά θα υπάρχει. Γιατί άπαξ και ανάψει δεν μπορεί να σβήσει. Και αν σβήσει πάει να πει ότι δεν υπήρξε ποτέ. 


Να μ' αγαπάς...
όσο μπορείς να μ' αγαπάς. 

Η αγάπη δεν βλέπει αποστάσεις. Δεν βλέπει εμπόδια. Δεν θέτει όρους και προϋποθέσεις. Δεν αγαπά για να αγαπηθεί. Δεν ζητάει για να πάρει. Όλα αυτά τα θέτουν οι άνθρωποι. Βάζουμε σύνορα και χιλιόμετρα για να δικαιολογήσουμε τις αδυναμίες μας. Βάζουμε πρέπει γιατί δεν αντέχουμε τα θέλω μας. Μα μπορείς να είσαι πολύ κοντά μου και ας είσαι πολύ μακρυά, όπως και πολύ μακρυά μου και ας είσαι πλάι μου. Γιατί το σώμα καμιά φορά σε ξεγελά. Σου ζητά κάτι εφήμερο και απτό. Και νικά πολλές φορές την καρδιά. Και έτσι ακροβατούμε ανάμεσα στο άγγιγμα και στην σκέψη. Μπερδευόμαστε με το παρελθόν, απαιτούμε το μέλλον. Μα η αγάπη ζει και φυτρώνει μόνο στο παρόν.


Έλα να σου δείξω τις τριανταφυλλιές
τα πράσινα, τα κόκκινα, τα σπίτια, τις αυλές.
Πόσο σ' αγαπώ, πουλάκι του δρόμου,
πόσο σ' αγαπώ, πόσο σ' αγαπώ
Πόσο σ' αγαπώ, αγόρι δικό μου,
πόσο σ' αγαπώ, πόσο σ' αγαπώ.

Σαν ένα τριαντάφυλλο κόκκινο έτσι κι η αγάπη. Την πιάνω, την αισθάνομαι, την μυρίζω. Δεν προσέχω όμως να μην τσιμπηθώ από τα αγκάθια του. Τι νόημα έχει να προσέξω; Θα το πιάσω σφιχτά και ας ματώσουν τα δάχτυλά μου. Δεν με νοιάζει αν με πονέσει η αγάπη. Γιατί η χαρά που μου δίνει είναι υπερδιπλάσια. Μπορεί κάποιες φορές να μαραίνεται, κάποιες φορές να κουράζεται, αλλά λίγο απλά ξαποσταίνει. Και μετά ρίχνεται πιο έντονη και γλυκιά. 
Έλα λοιπόν να σου δείξω τις τριανταφυλλιές. Να νιώσεις το υπέροχο άρωμά τους. Μην φοβηθείς. Θα ματώσεις και συ όπως και γω.


Ακούω τις θάλασσες
και τα ποτάμια σου
Ακούω το γέλιο
ακούω το κλάμα σου
Τις μελωδίες που γεννιούνται στα σπλάχνα σου
Τις πολιτείες και τους ανθρώπους
που ταξιδεύουν κάτω απ' το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι' ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα
Ακούω την Αγάπη
και δεν ακούω τις σκέψεις μου


Το τελευταίο τραγούδι το βάζω, έτσι στο άσχετο... για την Θεσσαλονίκη... που φέτος ξαναθυμήθηκα πόσο όμορφη είναι... εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης...

Την ανάρτηση αυτή την χαρίζω στους ανθρώπους μου. Που πορεύονται μαζί μου τόσα χρόνια, που μου δείχνουν τόση αγάπη, που με ανέχονται, που στέκονται πλάι μου σε χαρές και λύπες. Που με στηρίζουν και με καταλαβαίνουν. Που περνάω τόσο καλά μαζί τους. Σε αυτούς που είναι πλάι μου και σε αυτούς που είναι μακρυά μου. Ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα αυτά που με κάνετε και αισθάνομαι. Σας αγαπώ.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Τι να 'ναι αυτό;

Τι να 'ναι αυτό που ενώνει τους ανθρώπους; Είναι οι συγκυρίες; Είναι τα προβλήματα; Είναι οι χαρές ή οι λύπες; Ή μήπως είναι κάτι πιο ανεξήγητο; Μια μαγική κοσμική συνωμοσία που ορίζει τα θέλω μας. Μια μυστήρια χημεία που μπλέκει τις ανθρώπινες ζωές.
Με κάποιους ανθρώπους ταιριάζουμε, με κάποιους άλλους δεν κολλάμε. Άλλες φορές δενόμαστε σφιχτά και άλλες φορές όχι. Με κάποιους ανθρώπους αγαπιόμαστε παράφορα, κάποιους δεν τους αγαπάμε ενώ μας λατρεύουν ή και το αντίθετο. Με κάποιους γελάμε πολύ, με κάποιους βαριόμαστε αφόρητα. Δεν γίνεται να ταιριάζουμε με όλους. Η ζωή έτσι θα ήταν πολύ βαρετή ή θα είχαν λυθεί όλα μας τα προβλήματα.
Τόσο διαφορετικοί όλοι μας. Κανείς δεν μοιάζει με κανέναν. Κάτι όμως θα είναι αυτό, που είναι σε όλους μας κοινό. Κάτι που μας τρελαίνει ή μας απωθεί. Κάτι που μας δίνει χαρά ή λύπη. Κάτι που μας πληγώνει ή μας κάνει ευτυχισμένους. Κάτι που τραβάει κοντά τον έναν στον άλλον.
Τι να 'ναι αυτό που μας ενώνει;


Τι να 'ναι αυτό που μας ενώνει,
κάτι μας φτιάχνει ή μας πληγώνει
κάτι μας ρίχνει ή μας σηκώνει,
τι να 'ναι αυτό που μας ενώνει.

Κάτι θα υπάρχει που μας ενώνει
κάτι που αρχίζει και τελειώνει
κάτι που λάμπει και μας θαμπώνει
κάτι θα υπάρχει να μας ενώνει.

Με σένα εδώ κάτι με ενώνει,
κάτι που αντέχει και δεν τελειώνει
που όλο σωπαίνει μα περιμένει
σε σένα εδώ κάτι με φέρνει.

Στίχοι: Γρηγόρης Κλιούμης
Μουσική: Γρηγόρης Κλιούμης
Εκτέλεση: Υπόγεια Ρεύματα

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Όλα τελικά ξαναγυρνάν σε μας.

Όπως ξυπνούν οι εραστές
Σηκώθηκα και ήσυχα στα δέντρα προσευχήθηκα
ν' αντέχουμε στις πιο βαθιές χαρές,
κι όλη τη νύχτα αφρίζαμε, ποτάμια που γυρίζαμε
ψηλά στις αρχικές μας τις πηγές.
Ανάβαμε και σβήναμε και πάλι ξαναρχίζαμε
και γίναν μια των δυο μας οι καρδιές,
και το πρωί ξυπνήσαμε απ' όνειρο που ζήσαμε
έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές.


Σαράβαλο
Ποιος κλαίει μέσα μου και μου λέει
ξύπνα δεν είναι όνειρο το χιόνι που μας καίει,
η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει.
Ποιος σκάει ο κόσμος που το πάει,
αυτή η βρωμοάνοιξη με σκίζει με μεθάει 
κι η καρδιά μου σα σαράβαλο στ'αστέρια ξεφυσάει.


Το ποτάμι
Η μοναξιά σου είναι ένα βρώμικο λιμάνι,
κανείς δεν θέλει στα νερά του να σταθεί,
μην την ακούς όταν μιλάει κάψε ό,τι πρέπει να καεί.
Σου λέω μην βιάζεσαι, δεν ξέρεις πού έχεις φτάσει.
Ξυπνάς μια μέρα μ'ένα υπέροχο φιλί
και όσα για πάντα είχες χάσει,
για πάντα έχουν σωθεί


Κυρία των μέσα μου ανέμων
Πιο ριψοκίνδυνος κι από το Ναζωραίο
θα περπατήσω πάνω απ'την κινούμενη,
τη σαρκοφάγο άμμο,
που διατηρεί απρόσιτες τις χώρες των ιερών παλιάτσων
και των σεληνιασμένων γελωτοποιών.
Τραυλίζοντας λόγια ισχνά
μα και σπουδαία,
θ'αποσυρθώ στις προθανάτιες κοιλάδες των λοιμών
και της αγάπης,
όπου απ'το μαύρο χώμα τους διάσπαρτα ξεφυτρώνουν
κορμιά ανθρώπινα διαμελισμένα,
πλάι στις φεγγαρολουσμένες παπαρούνες.
Ίσως κι εγώ εκεί να λησμονήσω τον τραυματία ουρανό
και ν' αρχινήσω ένα τραγούδι που θα λέει μόνο
σ' αγαπώ,σ' αγαπώ.
Και σαν τελειώνει θα σταματάνε τα ποτάμια
κι οι οδοντοστοιχίες θα εκρήγνυνται.
Και θα γεμίζει ο αέρας πέταλα καρατομημένων ανθών,
καρπούς γυναικείων χεριών
και λιωμένα κοσμήματα.


Διψάω σαν ψάρι στο βυθό
Οι νύχτες μου χαμογελούν,
ποτίζουν με αίμα τον γλυκό μου πυρετό
και οι μέρες όλες με καλούν μέσα απ' το στόμα τους να πιω
τον μυρωμένο τους αφρό.
Κι όμως εγώ...
Διψάω σαν ψάρι στο βυθό
κι ασφυκτιώ,
κι ασφυκτιώ σαν συννεφάκι
μέσα στον καθαρό ουρανό.


Θέλω να είμαι η μουσική
Θέλω να είμαι η μουσική που ξαγρυπνάει μαζί σου,
σαν ασταμάτητη βροχή να πέφτω στην ψυχή σου,
να γίνω αέρας και να ’ρθω να κλαίω στην αυλή σου,
σαν σκύλος σαν θεός σαν εραστής σου.


Άγρια των άστρων μουσική
Μ' όσα φύγαν, μ' όσα έχουν πια χαθεί,
μ' ό,τι μέσα μου έχω ως τώρα περισώσει,
ξεκινάω κάθε μέρα απ' την αρχή,
τα μετράω και περιμένω να νυχτώσει.


Η αγάπη ορμάει μπροστά
Κι όταν καμιά φορά
στέκει και την αγγίζω
μου λέει είμαι φωτιά
μα μοναχά δροσίζω.
Κι άμα καώ γελά
μα εγώ πονάω και βρίζω
και πάω να γιατρευτώ ξανά.


Έβλεπα τη φωτιά που ερχόταν κατά πάνω μου
Έσταζε το φεγγάρι τη θλίψη του στα χείλη μου,
βούλιαζα σ’ ένα πικρό απόκοσμο πυθμένα.
Έβλεπα τη φωτιά που ερχόταν κατά πάνω μου
και δρόσιζα τη σκέψη μου με σένα..


Σ' ένα ανοιξιάτικο λιβάδι
Γελούσες κι έλιωναν
τα σύννεφα κι οι σκέψεις μου.
Σ' ένα ανοιξιάτικο λιβάδι
ήμασταν μόνοι.
Ξάπλωνα κι είχα το κεφάλι μου στα πόδια σου.
Κι άκουγα το χορτάρι να μεγαλώνει.


Ωκεανός
Μες στον σκληρό μες στον ατέλειωτο χειμώνα
κρύβομαι ακόμα κι όμως νιώθω δυνατός
είμαι σταγόνα κι ωκεανός.


Οι φωτογραφίες είναι δικές μου
Ποίηση: Γιάννης Αγγελάκας

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Τι είναι ο άνθρωπος;

Ναι... τόσο κλισέ, αλλά και τόσο αληθινό. Τι είναι ο άνθρωπος; Πραγματικά ένα τίποτα. 
Μια φορά, πολύ παλιά, είχα ακούσει στην τηλεόραση από μια ψυχολόγο, ότι αυτό που μας σοκάρει περισσότερο σε έναν θάνατο, είναι κάτι πιο βαθύ, κάτι πιο υποσυνείδητο. Είναι ο φόβος του δικού μας θανάτου. Και πόσο μου έχει καρφωθεί τόσα χρόνια αυτό στο μυαλό. Έτσι είναι νομίζω. Κάθε θάνατος, μας γκρεμίζει την ματαιοδοξία μας, αναμενόμενοι και το δικό μας τέλος. Και σαν σκέψη είναι από την μια καλό. Αλλά το κακό είναι ότι η  ματαιοδοξία  μας δεν γκρεμίζεται συνειδητά, αλλά την γκρεμίζει ο φόβος. Και ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που δεν μπορεί να μαθητεύσει το μυαλό και να το νουθετήσει. Και όταν φύγει το πρώτο σοκ, αρχίζουμε να την ξαναχτίζουμε. Με το ίδιο πάθος, το ίδιο αχόρταγα.
Το είχα γράψει και πιο παλιά. Όσο μεγαλώνεις αναπόφευχτα κάποιοι άνθρωποι θα φύγουν από την ζωή, σε αντίθεση με το όταν είσαι μικρός, που οι άνθρωποι μπαίνουν συνήθως στην ζωή σου.
Και σκέφτεσαι και λες: πρέπει να σου συμβεί και στο σπίτι σου για να πάρει μπρος το μυαλό σου και να δουλέψει; Και να πεις δεν παν στο διάλο οικονομικά προβλήματα και τέτοιες σαχλαμάρες. Γιατί όλα είναι μάταια, μάταια, μάταια. Ξέρω ότι είναι δύσκολο όταν σε ζώνουν τα χαράτσια να το σκεφτείς. Αλλά τουλάχιστον να μην χαθούμε μεταξύ μας. Οι στιγμές που περνάμε με τους δικούς μας ανθρώπους είναι και πρέπει να είναι πολύτιμες. Και να τις χαιρόμαστε όσο μπορούμε περισσότερο. Γιατί είναι ένα δώρο που μπορούμε να το χάσουμε ανά πάσα στιγμή. Χαρείτε τες, μην τις θεωρείτε δεδομένες και μην αφήνετε να πάει καμία χαμένη. Γευτείτε τους ανθρώπους σας.
Ένας άνθρωπος έφυγε, δεν ήταν πολύ κοντινός μου, αλλά μου έδωσε την αφορμή να γράψω αυτό το κείμενο. Συγνώμη για τον μακάβριο χαρακτήρα αλλά όλα μέσα στην ζωή είναι... κλισέ και αυτό, αλλά επίσης αληθινό.


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Άνθρωπος και η Ελευθερία.

Η ιστορία είναι δική μου.


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ο Άνθρωπος. Ξεκίνησε από το μηδέν. Προόδευσε όμως. Έφτιαξε μηχανές, σπίτια, βελτίωσε τον τόπο ζωής του, πέταξε ψηλά, ταξίδεψε παντού. Όμως σε όλη αυτή την διαδρομή κάτι άλλο έψαχνε και δεν μπορούσε να το βρει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό. Αλλά πάντα ότι και να έκανε, πάντα του φαινόταν λειψό. 
Και έτσι αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι μήπως και τελικά μπορέσει να βρει αυτό που του έλειπε.


Στο δρόμο καθώς διάβαινε συνάντησε την Ματαιοδοξία μαζί με την Απληστία. Τους εξήγησε για το τι έψαχνε.
-Εμάς ψάχνεις του αποκρίθηκαν.
-Σίγουρα; τους λέει.
-Ναι, έλα να σου δείξουμε το βασίλειό μας.
Και ο άνθρωπος τις ακολούθησε. Τον οδήγησαν μέσα από ακριβά σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα, όμορφους κήπους, βουνά από χρυσάφι και ασήμι. Ο Άνθρωπος θαμπώθηκε. Αυτό έψαχνα μάλλον, είπε από μέσα του. Μετά από ώρα έφτασαν σε μια φυλακή. Η φυλακή ήταν γεμάτη από άλλους ανθρώπους. Καλοντυμένους και περιποιημένους.
-Για να αποκτήσεις όλα αυτά, του είπαν, πρέπει να κλειστείς μέσα σε αυτή την φυλακή. Θα βγαίνεις για λίγο, θα τα απολαμβάνεις και μετά θα σε ξαναρίχνουμε εδώ.
-Α δεν νομίζω να ψάχνω για κάτι τέτοιο, είπε ο Άνθρωπος και έφυγε.
Συνέχισε το ταξίδι του μέχρι που αντάμωσε στον δρόμο την Εξουσία. Του είπε το ίδιο. Τον οδήγησε μέσα από βασίλεια και παλάτια, αλλά κατέληξαν στην ίδια φυλακή. Και έτσι ο Άνθρωπος έφυγε και από εκεί.



Μετά από καιρό και πολύ κόπο, και ενώ είχε χάσει σχεδόν την ελπίδα του, βρήκε την Προπαγάνδα και τον Φασισμό. Του εξήγησαν πόσο ξεχωριστός και διαφορετικός είναι από όλους τους άλλους. Του είπαν ότι αν τους ακολουθούσε, θα ζούσε μια ζωή, έτσι όπως του άξιζε. Με ανθρώπους που άρμοζαν στο επίπεδό του. Ο Άνθρωπος σκέφτηκε και ρώτησε:
-Ποια είναι η δική σας φυλακή.
-Δεν υπάρχει φυλακή του είπε η Προπαγάνδα. Μόνο μια προϋπόθεση.
-Να την ακούσω, είπε ο Άνθρωπος.
-Θα πρέπει να ζήσεις με το Μίσος.
-Να το γνωρίσω πρώτα είπε και έφυγαν για το σπίτι του Μίσους.
Το σπίτι του ήταν ερειπωμένο και βρώμικο, αλλά με πολύ κόσμο μέσα. Α εδώ δεν θα νιώθω μοναξιά είπε στον εαυτό του. Μόλις όμως αντίκρισε το Μίσος τρόμαξε. Δεν περίμενε να είναι τόσο άσχημο. Μάλλον δεν μπορώ να κάνω αλλιώς σκέφτηκε. Ήταν τόσο κουρασμένος που δεν μπορούσε να φύγει. Και αποφάσισε να μείνει για ένα βράδυ.
Το βράδυ δεν μπορούσε όμως να κοιμηθεί. Το στρώμα ήταν σκληρό και έκανε κρύο.Τα σκεπάσματα ήταν λίγα και το κρεβάτι μικρό. Το πρωί ξύπνησε περισσότερο κουρασμένος από ποτέ. Το Μίσος του έβαλε να φάει. Το φαγητό όμως και αυτό ήταν άνοστο και καμένο. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα σε εκείνο το σπίτι. Οι ώρες του φαίνονταν χρόνια. Εδώ είναι χειρότερα και από φυλακή σκέφτηκε Και έτσι αποφάσισε να φύγει.


Πήρε ξανά τον δρόμο την αναζήτησης. Ταξίδευε χρόνια. Κατά διαστήματα συναντούσε διάφορα. Το Χρήμα, την Οργή, την Ζήλια, τον Εγωισμό και άλλους. Κανένα όμως δεν ήταν αυτό που αποζητούσε. Όλα τον οδηγούσαν σε μια φυλακή. Τα πόδια του είχαν πρηστεί από το περπάτημα. Διψούσε και πεινούσε πολύ. Και ξαφνικά, ενώ δεν είχε δει κανέναν για καιρό, βλέπει μια όμορφη γυναίκα. 
-Γεια σου, της λέει, είμαι ο Άνθρωπος.
-Γεια σου και σένα του απαντά. Είμαι η Ελευθερία.
-Θα με πάρεις μαζί σου; της λέει. Ότι ακολούθησα το μετάνιωσα. Κουράστηκα να περιπλανιέμαι. Κουράστηκα να αναζητώ κάτι τόσο άπιαστο, κάτι που ίσως και μην υπάρχει.
-Και γω κουράστηκα του λέει. Κουράστηκα να με κουβαλάν τόσο χρόνια οι άνθρωποι αλλά να μη με χρησιμοποιούν. Να με έχουν δίπλα τους, αλλά να μην με θέλουν. Να με νιώθουν, αλλά να με φοβούνται.
Ο Άνθρωπος παραξενεύτηκε. Πως είναι δυνατόν να είναι τόσα χρόνια πλάι του αυτή την όμορφη κοπέλα και να μην την βλέπει. 
-Εγώ, την λέει, δεν σε έχω δει ποτέ.
-Κι όμως, με κουβαλάς και συ μαζί σου πάντα. Άσχετα αν δεν θες να το παραδεχθείς. Γιατί με φοβάσαι.
-Και γιατί να σε φοβάμαι, ρωτά απορημένος.
-Γιατί μαζί μου ζει και η Ευθύνη. Και οι άνθρωποι ναι μεν θέλουν την ελευθερία τους, αλλά θέλουν να την αποκτήσουν χωρίς την ευθύνη.
-Αυτή είναι η δική σου φυλακή λοιπόν ε; Η Ευθύνη;
Και η Ελευθερία του απάντησε.
Ο κάθε άνθρωπος θέλει να κλείνεται πάντα σε μια φυλακή. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να επιλέξει την ελευθερία. Την φοβάται γιατί νομίζει ότι η ευθύνη που θα την συνοδεύσει, είναι και αυτή μια φυλακή. Και την απορρίπτει, ενώ κλείνεται σε μεγαλύτερες φύλακές και πιο σκληρές. Προτιμά να εξουσιάζεται παρά να εξουσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Προτίμα να ρίχνει το βάρος και το λάθος σε άλλους, παρά να αναλάβει τις ευθύνες του. Και έτσι, η Ελευθερία φαντάζει κάτι δύσκολο και άπιαστο. Και επιλέγει την σκλαβιά. Και όχι μόνο την επιλέγει, αλλά φοβάται να μην την χάσει κιόλας.
-Μα εγώ λέει ο Άνθρωπος, δεν θέλω να ζω στην σκλαβιά, θέλω εσένα.
-Με έχεις, του λέει, εσύ επέλεξες να μην σκλαβωθείς και να βρεθώ τελικά στον δρόμο σου. Έσυ απέρριψες όλες τις φύλακές, όσο ελκυστικές και να φαινόντουσαν αρχικά. Εσύ περπάτησες τόσο δρόμο για να με βρεις. Μόνο μαζί μου θα βρεις τη Ελπίδα, την Αγάπη, την Ειρήνη, την Ηρεμία.
Και έτσι ο Άνθρωπος πήρε από το χέρι την Ελευθερία, αγκάλιασε την Ευθύνη και ζήσανε αυτοί καλά και ΄μεις... θα δούμε.


Οι άνθρωποι έχουμε το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, αλλά δεν το εκμεταλλευόμαστε. Νομίζουμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν τολμούμε να είμαστε ελεύθεροι. Και εκεί πατούν όλοι οι δυνάστες και κυβερνούν και ορίζουν τις ζωές μας. Και όσο τους αφήνουμε να μας πατούν στο κεφάλι και δεν αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, πάντα θα ζούμε μέσα σε μια φυλακή.



Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Greek History X.

Ο τίτλος είναι δανεισμένος από την ταινία American History X.


Μετά από πολύ σκέψη και με πολύ δισταγμό γράφω αυτές τις γραμμές. Έχουν γραφτεί και λεχθεί πολλά. Δεν έχω γράψει τίποτα ως τώρα. Όχι γιατί δεν με νοιάζει. Με νοιάζει και με θλίβει ιδιαίτερα. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι όλο αυτό φέρνει το ποθητό αποτέλεσμα. Δεν ξέρω αν αυτό αποτρέπει ή ενισχύει τον φανατισμό. Η διαφήμιση, έστω και κακή, πολλές φορές ευνοεί τον διαφημιζόμενο. 
Ας ξεκινήσω με κάτι που μπορεί να φανεί ακραίο. Όλοι μας κρύβουμε ένα φασίστα μέσα μας. Και μην λαμβάνετε την λέξη με την ακριβή της ετυμολογία. Όχι αναγκαστικά ως πατριώτες, αλλά ως άνθρωποι. Όλοι κάποια στιγμή, έστω και στιγμιαία έχουμε νιώσει ανώτεροι από κάποιον άλλον.  Στην δουλειά, την φιλία, στον έρωτα... παντού. Η διαφορά όμως που είναι; Κάποιοι προσπαθούμε να καταπολεμήσουμε αυτό το συναίσθημα, θεωρώντας ότι μας μειώνει ως ανθρώπους και άλλοι προσπαθούμε να το διατηρήσουμε και πολλές φορές να το ενισχύσουμε, θεωρώντας το ως καλό. Τώρα το τι διαφοροποιεί τις δύο σκέψεις έχει να κάνει με την παιδεία (όχι την μόρφωση), την οικογένεια, τις καταβολές του καθενός και τα βιώματα.
Είναι αυτή η λεπτή γραμμή που ισορροπούμε και χωρίζει το καλό και το κακό. Τι όμως είναι καλό ή κακό για τον καθένα; Τελείως διαφορετικά πράγματα. Κάπως έτσι θεσπίστηκαν οι νόμοι, που θεωρητικά κρατούν αυτή την ισορροπία και ορίζουν το καλό και το καλό.
Θέλω να πω με αυτό ότι οι Έλληνες δεν έγιναν ξαφνικά φασίστες. Ούτε από καλός μπορείς να γίνεις ξαφνικά κακός. Αυτό υπάρχει μέσα σου και το συντηρείς. Και όταν βρεις την ευκαιρία το βγάζεις. Και τώρα, δεδομένου των συνθηκών, ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία η ΧΑ να εκμεταλλευτεί τον φασίστα που κρύβανε πολλοί Έλληνες μέσα τους. Να εκμεταλλευτούν το μίσος προς τις αρχές που μας έφεραν σε αυτό το χάλι, παράλληλα να παραμυθιάσουν τον κόσμο με τσιτάτα όπως η Ελλάδα στους Έλληνες και τελικά με την εξουσία που τους πρόσφεραν κάποιοι να ολοκληρώσουν το έργο τους, αυτό που δηλαδή θεωρούν αυτοί καλό. Το σχέδιό τους ήταν μελετημένο και καλά σχεδιασμένο. Το ετοίμαζαν χρόνια και περίμεναν. 
Ποιοι ψηφίσαν όμως ΧΑ; Ένα κομμάτι από αυτούς είχαν μαύρα μεσάνυχτα. Αυτοί που κάνουν ντου σε όλα χωρίς λόγο και αιτία και όποιον πάρει ο χάρος. Μερικοί ψήφισαν συνειδητά, αυτοί που την ψήφιζαν πάντα, αλλά αυτοί νομίζω ότι είναι ένα μικρό ποσοστό. Το μεγάλο ποσοστό για μένα είναι είναι αυτοί που ξέραν μεν τι ψήφιζαν, αντιλαμβάνονται ότι ίσως είναι κακό, αλλά θεωρούν ότι μόνο έτσι μπορεί να γίνει δουλειά. Και αυτό είναι που με δαιμονίζει περισσότερο. Δηλαδή έχουμε αποκλείσει από το μυαλό μας κάθε λογική και ειρηνική προσπάθεια και για να πάει μπροστά αυτή η χώρα, θα πρέπει να κυβερνιόμαστε από τραμπούκους, τυράννους και φασίστες. Το γνωστό γραφικό ΄΄μια χούντα μας χρειάζεται΄΄. 
Είναι ο ελληνικός σαδομαζοχισμός, που μπορεί όλα αυτά τα χρόνια της ευημερίας να ήταν στην αφάνεια, τώρα όμως δεν μπόρεσε να κρυφτεί και αποκαλύφθηκε. Το γνωστόν ΄΄όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος΄΄, το οποίο βέβαια έχει παραφραστεί, γιατί η σωστή φράση είναι΄΄ον ου τύπτει λόγος, ουδέ ράβδος΄΄. Και μεις λες και δοκιμάσαμε με τον λόγο και δεν τα καταφέραμε, είπαμε να περάσουμε στην ράβδο.
Επίσης είναι ο λανθάνον ελληνικός εθνικισμός, που μας κυνηγάει από παιδιά. Ότι οι Έλληνες είναι ο εξυπνότερος λαός, ότι δώσαμε τα φώτα στον υπόλοιπο κόσμο, ότι από εδώ ξεκίνησαν όλα, η χώρα της δημοκρατίας, των σοφών, των ηρώων. Χωρίς φυσικά να έχουμε κάνει τίποτα για να κρατήσουμε άσπιλη αυτή την κληρονομιά. Πάνω σε αυτό στρογγυλοκαθήσαμε και επαναπαυτήκαμε. Η καταγωγή όμως από μόνη της δεν σου δίνει αξίες και ιδανικά. Δεν σε μαθαίνει να είσαι καλός άνθρωπος. Είναι απλά μια ματαιόδοξη ιδιότητα. Μια μαντάμ Σουσου.
Και έτσι γεννήθηκαν και άλλα χαρακτηριστικά. Η ανασφάλεια, το μίσος, η εκδίκηση. Πρώτα προς τον ίδιο τους τον εαυτό και κατ΄επέκταση προς τον συνάνθρωπο. Όλα αυτά τα άσχημα συναισθήματα, εξελίσσονταν στην ψυχή των ανθρώπων, περνούσαν από γονείς σε παιδιά και τίποτα καλό και υγιές θα μπορούσαν να φέρουν, πάρα μόνο φασιστικές συμπεριφορές. Συμπεριφορές δηλαδή που σκεπάζουν την ανικανότητά και τα σύνδρομα κατωτερότητας, ορίζουν γραμμές ανάμεσα στους ανθρώπους, πλαστές και ουτοπικές, τονώνοντας την φαινομενική ανωτερότητα του καθένα.
Και κάπως έτσι, όταν αυτό υποβόσκει χρόνια, δεν αργεί να περάσει σε εθνικά επίπεδα. Και έρχεται λοιπόν κάποιος και τους σκορπίζει όλες τις αμφιβολίες για αυτά που νιώθουν. Και τους λέει ότι καλώς τα νιώθουν και ότι θα πρέπει να είναι περήφανοι για αυτά. Και ότι το να νιώθεις μίσος και εκδίκηση, αν είναι για καλό της πατρίδας, είναι θεμιτό και υγιές. Και νιώθουν ότι ένα χαστούκι σωστά δόθηκε, γιατί αυτοί οι ίδιοι δεν τόλμησαν να το δώσουν ποτέ στον δυνάστη πατέρα, δάσκαλο, σύζυγο. Και έτσι ο φασισμός βγαίνει με θάρρος πλέον. Απενοχοποιείται, δικαιολογείται. Κάνει όλα όσα έδιναν ενοχές να αποκτούν νόημα. Αλλά στην ουσία τους βάζει σε μια φυλακή πιο μεγάλη από αυτή που ήδη ήταν.
Για τους σχιζοφρενείς δολοφόνους με το μαχαίρι δεν έχω κάτι παραπάνω να πω πέρα από τον χαρακτηρισμό αυτό. Θεωρώ ότι είναι λίγοι, υπήρχαν πάντα, ήταν ανέκαθεν δολοφόνοι άνευ φόνου. Απλά αυτοί που τους ψήφισαν, μπορεί να μην επικροτούν στην ουσία τις δολοφονικές τους πράξεις, αλλά έχουν την ηθική αυτουργία για αυτές. Τα χέρια τους είναι ματωμένα εξίσου.
Ο φασισμός στην Ελλάδα δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι ένα σημείο των καιρών. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και θα επαναλαμβάνετε και στο μέλλον. Θα κάνει τον κύκλο του και θα περάσει. Δεν θα φύγει όμως ανώδυνα. Το μίσος ποτέ δεν έφερε ευτυχία και ευημερία. Θα το πληρώσουμε ακριβά. Θα έχει μεγάλο κόστος παντού. Στο τουρισμό, στην οικονομία, ακόμα και στην καθημερινή μας ζωή. Θα αφήσει πίσω του πολλές πληγές και ντροπή που θα τα κουβαλάμε πάντα για να μας θυμίζουν ότι τελικά ΄΄μια δημοκρατία μας χρειάζεται΄΄.


Κάνετε ένα κόπο, βρείτε λίγο χρόνο και δείτε την ταινία American History X. Να δείτε σε πιο σημείο θα φτάσουμε αν δεν ξυπνήσουμε. Θα κλάψουμε πολλές ψυχές. Το μίσος δεν κοιτάει φυλή. Διαχέεται παντού. Σκεφτείτε απλά αν ένας φανατικός Χρυσαυγήτης αποφασίσει να αποσυρθεί από την παράταξη. Την άλλη μέρα θα είναι νεκρός. Το μίσος είναι ένα ντόμινο που δεν αφήνει τίποτα όρθιο και δεν εξαιρεί κανέναν. Όταν το νιώθεις για τον άλλον δεν θα αργήσει να χτυπήσει και την δική σου πόρτα.


Υπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος - αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα ‘ταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος - σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται. 

Νίκος Καζαντζάκης


Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ο βλάκας με τα χίλια πρόσωπα.

Τι θα γίνει επιτέλους με αυτούς τους βλάκες;;; Με την χωσιά να τους θερίζεις δεν τελειώνουν. Ως πότε θα μας κυβερνάν; Ως πότε θα μας κανονίζουν τη ζωή και ως πότε θα μας νικάν πάντα;
Προχωρούν ακάθεκτοι και καταστρέφουν τα πάντα. Κάτι που μπορεί να γίνει με κόπο από εκατό έξυπνους ανθρώπους, φτάνει ένας μόνο βλάκας να τα καταστρέψει όλα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ξεφυτρώνουν πλάι σου συνεχώς. Στην δουλειά, στο σόι, στον δρόμο, στην πολυκατοικία, στην καφετέρια, στις υπηρεσίες. Παντού. Και το θέμα δεν είναι ότι είναι παντού. Το θέμα είναι ότι δεν μπορείς να τους αντιμετωπίσεις. Γιατί ένα βλάκα όσο και να του εξηγήσεις κάτι δεν μπορεί να το καταλάβει, γιατί αν το καταλάβαινε δεν θα ήταν βλάκας, θα ήταν έξυπνος. Και να πέσεις και συ στο επίπεδό του, πάλι δεν θα μπορέσεις να τον αντιμετωπίσεις, γιατί θα σε νικήσει λόγω εμπειρίας. Και συ θα νιώσεις μπροστά του μεγαλύτερος βλάκας από αυτόν. 
Και έτσι θα οι βλάκες παραμένουν ανέγγιχτοι και άφθαρτοι. Θα είναι ανίκητοι και θα κυβερνούν τον κόσμο. Θα εξουσιάζουν και θα αμαυρώνουν κάθε λογική μας προσπάθεια.  


Το πιο τρομακτικό όμως είναι άλλο. Ο συνδυασμός. Φαντάσου ένα βλάκα με κακία. Έναν βλάκα που να είναι και κακός άνθρωπος. Αυτός μπορεί να σου δημιουργήσει πολύ μεγάλο πρόβλημα. Μέχρι και να σου κάνει κακό ανεπανόρθωτο. Φαντάσου ένα βλάκα με απωθημένα. Φαντάσου ένα βλάκα με ψυχολογικά προβλήματα. Και τέλος φαντάσου ένα βλάκα με εξουσία. Σε αυτή την περίπτωση το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να του αφαιρέσεις με οποιονδήποτε τρόπο την εξουσία. Ή αν δεν τολμάς να το κάνεις αυτό, τουλάχιστον μην του δώσεις την ευκαιρία να την πάρει στα χέρια του.
Πρέπει να το πάρω απόφαση. Δεν αντιμετωπίζονται. Μόνο την ηρεμία μου θα χαλάω κάθε φορά που θα έρχεται στον δρόμο μου ένας βλάκας. Και πρέπει να το μάθω καλά, ότι η ζωή θα είναι γεμάτη βλάκες. Όμως αν συνεχίσω να ασχολούμαι μαζί τους και να στεναχωριέμαι θα καταλήξω και εγώ ένα βλάκας και μίσος.


Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Η αποκαθήλωση της ξενομανίας.


Και να που φτάσαμε λοιπόν συμπατριώτες μου, να αγοράζουμε όλοι ελληνικά. Στηρίζουμε τον τόπο μας. Ψάχνουμε κωδικούς χώρας προέλευσης, λιγοστεύουμε τις επισκέψεις μας στο Lidl ή ψωνίζουμε τα ελληνικά του προιόντα, πηγαίνουμε λαϊκή. Ξαφνικά τα ελληνικά προιόντα έγιναν πρώτη μας επιλογή. Επιλέγουμε ελληνικά, όχι μόνο στο σούπερ μάρκετ, αλλά και στα ρούχα, στα έπιπλα και σε οποιαδήποτε αγορά. Ακόμα και στις διακοπές μας, εκτιμήσαμε το χωριό μας και την όμορφή Ελλάδα. Μήπως είναι όμως αργά;
Τριάντα χρόνια απίστευτης ξενομανίας που οδήγησε σε ένα εμετικό τρόπο ζωής (lifestyle για να καταλαβαινόμαστε) μπορούν να ξορκιστούν σε λίγους μήνες; Μπορούν οι ντουλάπες μας να αδειάσουν και να γεμίσουν ξανά με προϊόντα της ψωροκώσταινας; Μπορεί να ξαναμπεί στο μυαλό μας η νοοτροπία ότι είμαστε πρώτα Έλληνες και μετά Ευρωπαίοι;


Το σχέδιο ήταν προκαθορισμένο και καλά μεθοδευμένο. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, στην αρχή του καταναλωτισμού, η ξενομανία γεννιέται σαν ένας τρόπος ζωής που δίνει απατηλά στην ζωή μας στιλ και νόημα. Ξαφνικά μας κόβουν τα σουτιέν Μινέρβα, δεν μας αρέσουν τα ελληνικά τσιγάρα, δεν μας ζεσταίνουν οι κουβέρτες Νάουσα, το τσίπουρο είναι μπας κλας, η ρετσίνα μας ξινίζει, το Βig in Japan έχει μεγαλύτερη αξία από τον Χαριτοδιπλομένο. Και όλο αυτό χτίζεται γερά και σταθερά για να έρθουν να το επιβεβαιώσουν την δεκαετία του 90 τα κανάλια και τα περιοδικά ποικίλους ύλης και να το θεοποιήσουν αργότερα στην δεκαετία του 2000, για να έρθει να καταρρεύσει στις μέρες μας. Και να κάνει τόσο μεγάλο θόρυβο και να παρασύρει όλους μας και όλα σε ένα κατήφορο για τον οποίο έχουμε ΟΛΟΙ μερίδιο ευθύνης. Άλλοι μεγάλο ως πολιτικοί και άλλοι μικρό ως καταναλωτές.
Ποτέ ο Έλληνας και σαν καταναλωτής και σαν πολιτικός αλλά και σαν έμπορος/βιομήχανος/βιοτέχνης δεν στήριξε πραγματικά στην ελληνική αγορά. Με πραγματικό σχέδιο που θα είχε ως στόχο την ανάπτυξη. Ακόμα και οι επιδοτήσεις που δίνονταν και δίδονται ακόμα ήταν σαν ένα ξεροκόμματο για να σταματήσει να γαβγίζει ο σκύλος. Οι πολιτικοί τις έβλεπαν ως μέσο να κρατήσουν τους ψηφοφόρους τους, οι έμποροι/βιομηχανοι/βιοτέχνες ως εισροή χρημάτων με αναμφίβολη εκμετάλλευση και όχι για την τόνωση την παραγωγής ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί. Πρόσφορο έδαφος για ξένες αγορές. Και επίσης πρόσφορο και το μυαλό του Έλληνα για να φυτρώσει η ξένη αντίληψη και να αποτινάξει κάθε τι ελληνικό ως μίασμα και κατώτερης ποιότητος.


Και καθώς τα κανάλια και γενικά τα ΜΜΕ μπαίνουν ορμητικά στην ζωή μας, η προώθηση των ξένων προϊόντων γίνεται όλο και πιο έντονη και εύκολη. Το κακό είναι όμως ότι όλος αυτός ο τρόπος ζωής δεν παρουσιάστηκε ως μια εναλλακτική πρόταση, αλλά ως η μόνη πρόταση. Άρχισαν όλοι οι ειδήμονες που είχαν εντρυφήσει στο πως θα πρέπει να είναι η ζωή μας, να μας συμβουλεύουν για το τι είναι in, το τι είναι must, things to do και κολοκύθια με την ρίγανη. Μάθαμε τον Louis Vuitton, τον Manolo Blahnik και κάναμε μια ωραία και μεγάλη τρύπα στο νερό. Βέβαια για αυτούς τους ήρθε λουκούμι γιατί πλούτισαν (και ο Vuitton και η Μενεγάκη).
Και έτσι η ελληνικές βιομηχανίες σιγά σιγά έπαψαν να είναι ανταγωνιστικές. Όχι όμως βέβαια αποκλειστικά από την συμπεριφορά των καταναλωτών, αλλά ίσως και αυτές δεν μπόρεσαν ή δεν ήταν ικανές να αντιμετωπίσουν τους ανταγωνιστές τους, που τις περισσότερες φορές ήταν οικονομικοί κολοσσοί και μπροστά τους φάνταζαν μυρμήγκια. Γιατί οι ελληνικές βιομηχανίες δεν υστερούσαν σε τίποτα από άποψη ποιότητας ή τιμής, απλά ίσως υστερούσαν σε θέματα προώθησης και διαχείρισης. Και έτσι αυτοί οι κολοσσοί τόσα χρόνια συγκέντρωσαν τόσο πλούτο με αποτέλεσμα η κρίση να μην τους αγγίζει, ώστε να μπορέσουν να αποτελειώσουν το έργο τους, ρουφώντας και την τελευταία ελπίδα επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα.
Πριν χρόνια, στην προηγούμενη δουλειά μου, που την έκανα για αρκετά χρόνια, ερχόντουσαν πολλοί πελάτες με περιοδικά για το σπίτι, για να τους παραγγείλω αν μπορώ έπιπλα από την Ιταλία σνομπάροντας τα ελληνικά. Τα περιοδικά αυτά, καθώς τα περισσότερα είναι ευρωπαϊκής προελεύσεως, προωθούσαν το ιταλικό στιλ και το εκθείαζαν ως φοβερή στιγμή έμπνευσης και πρωτοτυπίας. Μα πως είναι δυνατόν σε μια χώρα που είναι για μένα, μια από τις κορυφαίες στον κόσμο στην παραγωγή επίπλου, να ζητάς ιταλικά έπιπλα; Αλλά αυτό ποιος το ξέρει; Αυτά τα περιοδικά έκαναν όλους αυτούς τους Ιταλούς σχεδιαστές τζάμπα μάγκες και παραγκώνισαν τους Έλληνες που δεν στερούνταν καθόλου φαντασίας, πρωτοτυπίας και ποιότητας. Και έφταναν να πληρώνουν ένα απλό σαλόνι καρέ τρεις φορές πάνω στην τιμή επειδή ήταν φτιαγμένο στο Μιλάνο και όχι στην Σκύδρα. Η εισροή κινέζικων επίπλων, η υποβάθμιση των διεθνών εκθέσεων και κυρίως η κρίση της οικοδομής, που από εκεί ξεκινάν όλα, αποτελείωσαν τον κλάδο. Πούλα τώρα λοιπόν το Ιταλικό σαλόνι κοψοχρονιά, για να φάνε τα παιδιά σου και κάτσε στο μπαουλοντίβανο της γιαγιάς σου.
Αναλωθήκαμε και χαθήκαμε σε μια προσπάθεια δυτικοποίησης της κουλτούρας μας. Θελήσαμε να γίνουμε Ευρωπαίοι. Και αυτό δεν είναι κατ΄ανάγκη κακό, αλλά είναι όταν έγινε σε βάρος της δικής μας κουλτούρας. Αποποιηθήκαμε τον ελληνικό πολιτισμό για να υιοθετήσουμε ένα άλλον, που στην ουσία δεν μπορεί να συγκριθεί με τον δικό μας από όλες τις απόψεις. Και έτσι οδηγηθήκαμε σε ένα κατήφορο που δυστυχώς δεν παρέσυρε μόνο μάρκες, ουτοπίες, μονδέλα, κλώσες, μάνατζερ, πορτιέρηδες, ζώδια, αλλά και αξίες, ιδανικά, τέχνη, πολιτισμό. Γκρεμιστήκαμε από τον θρόνο της απληστίας και της ματαιοδοξίας. Για να φτάσουμε να ζητάμε πλέον τα αυτονόητα, αυτά που τα είχαμε στα χέρια μας και τα διώξαμε.
Να κάνω μια ευχή για το τέλος. Ας αποτιμήσουμε ξανά τα κατεχόμενά μας. Μπορεί να χάσαμε τον πλούτο μας και την πολυτέλειά μας, αλλά ήμασταν στο πάρα πέντε να χάσουμε την ελληνικότητά μας και την αυθεντικότητά μας. Ας πολεμήσουμε και ας στηριχτούμε τουλάχιστον για αυτά, πριν είναι αργά, και ας συνεχίσουμε. Αυτά δεν θα μας προδώσουν.


Το μέλλον απ' το παρελθόν

Όταν λοιπόν την πρωτοείδε, ένιωσε πόσο ήτανε ξένος
Την αχρηστία των μαρμάρων και των γλυκών συγχορδιών
Τα ρούχα του και τα μαλλιά του μοιάζαν μιας άλλης ηλικίας
Ήταν κάποιος περασμένος κι αυτή ήταν τ άγνωστο παρόν.

Αυτή ήταν τα καινούργια στέκια με τον πορτιέρη που διαλέγει
Αυτή ήταν που άλλαζε τις θέσεις στις λίστες επιτυχιών
Ήταν το τέμπο «move your body» κι ήταν ο θάνατος της γλώσσας
Κι ήτανε μπιτ που σπάει με βία το έμμετρό του παρελθόν.

Τα δυο τους μάτια πάντως μοιάζαν, κάπου θα υπήρχε η ίδια ρίζα
Πως άρχισε μια κοινωνία, αυτή εν κινήσει, αυτός κυρτός
Δεν είχε δίλημμα σε κείνην θ απευθυνόνταν τα γραπτά του
Και ο ψαλμός του στο χορό της θα βγαινε τελετουργικός.

Η εποχή μύριζε θειάφι, παντού κυκλοφορούσε χρήμα
Και από τα κάμπριο που δονούνταν βρεγμένα ανέμιζαν μαλλιά
Η αγάπη μες σ αυτό το κάδρο ήταν του δρόμου οι πικροδάφνες
Έμοιαζε νάνε εκτός πεδίου μα υπήρχε μες τη μυρωδιά.

Της πρωτομίλησε με φόβο το βράδυ του γλυκού Σαββάτου
Που τα κανάλια δείχνουν σώου για να σκεπάσουν τη γιορτή
Σε κάποιο κλαμπ έξω απ' το χρόνο, τον κυκλικό που υπάρχει Πάσχα
Πήγε και τσούγκρισε τ αυγό της και σπάσανε κι αυτός κι αυτή.

Κι όταν φιλήθηκαν εκείνη ένιωσε πόσο ήτανε ξένη
Την αχρηστία του ωροσκοπίου και των καλών συγκυριών
Ένιωσε μια καινούρια οδύνη να ξετυλίγει τα μαλλιά της
Κι ένα αεράκι να της φέρνει το μέλλον απ το παρελθόν

Μια πολύ πετυχημένη προσπάθεια για την περιγραφή της ξενομανίας είναι το παραπάνω τραγούδι του Φοίβου. Καλή ακρόαση.

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Θεός μέσα μου.


Και ψάχνουμε μάταια όλοι οι άνθρωποι να βρούμε ένα Θεό. 
Ένα Θεό που θα μας δείξει το σωστό, λες και δεν το ξέρουμε.
Ένα Θεό που θα μας σώσει, λες και δεν μπορούμε να σωθούμε μόνοι μας.
Ένα Θεό που θα του φορτώσουμε την ατυχία μας, λες και την τύχη μας δεν την ορίζουμε εμείς.
Ένα Θεό που θα μας συντροφεύει, που θα μας στηρίζει, που θα μας τιμωρεί για το καλό μας, που θα μας επιβραβεύει, που θα μας υπόσχεται, που θα μας τάζει, που θα ζητά αντάλλαγμα, που θα βρίσκεται πιο πάνω από μας, πιο ανώτερος από την σκέψη μας.
Και έτσι ο κόσμος πάντα θα χτίζεται πάνω σε μια ουτοπία και θα γκρεμίζεται κάθε μέρα. Με αυτό το κρίμα θα περιφερόμαστε εσαεί, με αυτό τον πόνο θα ζούμε, γιατί την αληθινή σωτηρία μας δεν θέλουμε να δούμε. Θα κυνηγάμε το άπιαστο, αντί να αγγίξουμε τον εαυτό μας. Θα ψάχνουμε στους ουρανούς, αντί να κοιτάξουμε στα πόδια μας. 
Πάντα θα μας είναι πολύ πιο εύκολο να κοιτάμε ψηλά, παρά να κοιτάμε μέσα μας. Τον Θεό μέσα μας.

Ένας παλιός ινδικός μύθος διηγείται, πως κάποια εποχή όλοι οι άνθρωποι ήσαν θεοί. Όμως, καταχράστηκαν τόσο πολύ τη θειότητά τους, ώστε ο Μπράχμα, ο κύριος των θεών, αποφάσισε να τους αφαιρέσει την θεία εξουσία και να την κρύψει σε ένα σημείο, όπου θα ήταν αδύνατο να την ξαναβρούν.
Το μεγάλο πρόβλημα που ανέκυψε, λοιπόν, ήταν το να βρεθεί μία κρύπτη. Όταν οι ελάσσονες θεοί κλήθηκαν σε συμβούλιο για να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα, πρότειναν το εξής: «Ας θάψουμε την θειότητα του ανθρώπου μέσα στη γη».
Όμως, ο Μπράχμα απάντησε: «Όχι, δεν αρκεί, γιατί ο άνθρωπος θα σκάψει και θα την βρει». Τότε, οι θεοί απάντησαν: «Σ΄ αυτή τη περίπτωση, ας ρίξουμε την θειότητά του στα τρίσβαθα των ωκεανών».
Όμως και πάλι ο Μπράχμα απάντησε: «Όχι, γιατί αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος θα εξερευνήσει τα βάθη όλων των ωκεανών και είναι βέβαιο, πως μια μέρα θα την ξαναβρεί και θα την επαναφέρει στην επιφάνεια».
Τότε, οι ελάσσονες θεοί κατέληξαν: «Δεν ξέρουμε πού να την κρύψουμε, γιατί δε φαίνεται να υπάρχει πάνω στη γη ή μέσα στη θάλασσα κάποιος τόπος στον οποίο να μη φθάσει μια μέρα ο άνθρωπος».
Τότε ο Μπράχμα είπε: «Να, τι θα κάνουμε με την θειότητα του ανθρώπου: Θα την κρύψουμε στα τρίσβαθα του ίδιου του του εαυτού, γιατί εκεί είναι το μόνο μέρος όπου δεν θα σκεφθεί να ψάξει». Από εκείνη την εποχή, καταλήγει ο μύθος, ο άνθρωπος έκανε το γύρο της γης, σκαρφάλωσε, βυθίστηκε και έσκαψε, αναζητώντας κάτι το οποίο βρίσκεται μόνο μέσα του.

Καλό μήνα και καλό φθινόπωρο.

Ευχαριστώ την καλή μου φίλη Ζαλ που μου έστειλε την ιστορία.

τελευταία άρθρα