Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Της ζωής μου το τρένο.

(το έγραψα χθες σε ένα χαρτάκι λίγο πριν τελειώσω από τη δουλειά.)

Απόψε το φεγγάρι εδώ είναι πανέμορφο. 
Γεμάτο και έντονο. 
Κρίμα που δεν μπορώ να το φωτογραφίσω για να σας το δείξω. 
Ο κόσμος έφυγε. Πόσο αλλάζει ο χώρος χωρίς ανθρώπους. 
Γίνετε πιο άγριος, πιο φυσικός. 
Μόνο τα πεύκα ακούω. 
Μόλις σβήσω τα φώτα νιώθω τα πάντα. 
Τον παραμικρό θόρυβο. 
Το χώμα, το χορτάρι, τα ξύλα, το νερό, τα ζώα. 
Και ούτε ένα ίχνος της πόλης. Φαίνονται τα φώτα της μόνο. Μακρυά όμως. 
Αγριεύομαι λιγάκι. 
Κλείνω βιαστικά και φεύγω. 
Περπατώντας θέλω να απαντήσω στο ερώτημα της ημέρας, στο θέμα που συζητούσαμε πριν.
''Όλα έχουν μια τιμή;'' 
Μπορείς να αγοράσεις τα πάντα, όμως κάποια από αυτά δεν θα μπορέσεις να τα έχεις ποτέ πραγματικά.
Κανείς δεν μπορεί να αγοράσει την μυρωδιά της γης, την ησυχία της νύχτας. Κανείς δεν μπορεί να αγοράσει την αγάπη. Κανείς δεν μπορεί να αγοράζει τη ζωή.
Οδηγώ κατευθυνόμενη προς τον πολιτισμό. 
Έχω 5 λεπτά ευκαιρία να νοσταλγήσω, να χαθώ στην νύχτα, στην ερημιά, στο σκοτάδι. 
Να σκεφτώ αυτό που μου λείπει πιο πολύ, αυτό το ολότελα δικό μου που δεν το έχω, αυτό που με κάνει καμιά φορά και χαμογελώ χωρίς λόγο. 
Να σκεφτώ αν θα αλλάξω κατεύθυνση, αν πάω σωστά, αν αγαπώ λάθος πράγματα. 
Ξέρεις όμως κάτι; 
Όσο και να φύγω μακρυά, αυτό που αγαπώ πραγματικά θα είναι πάντα μέσα μου. Ολοζώντανο και ακμαίο. Άφθαρτο και αιώνιο. Στης ζωής μου το τρένο υπάρχουν όλα όσα θέλω.
''Ακόμα και αν φύγεις για το γύρο του κόσμου,
θα 'σαι πάντα δικός μου,
θα 'μαστε πάντα μαζί.''
Τώρα πια το ξέρω και δεν νιώθω να μου λείπει τίποτα. 


Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Βόλτα στην Κοιλάδα... συνέχεια.

Αχ παιδιά μου τι κούραση!
Πάμε βόλτα χωρίς πολλές κουβέντες.

Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης.
Η κοιλάδα από ένα σημείο και μετά γίνετε λίγο πιο πυκνή, πιο παρθένα, πιο όμορφη. Φυσικά όμως περπατιέται με ευκολία. Από δω και πέρα, και όσο ο καιρός θα φτιάχνει, θα σφύζει από ζωή. Περιπατητές και φυσιολάτρες. Δεν υπάρχουν μαγαζιά εδώ και ούτε επιτρέπετε η διέλευση των αυτοκινήτων, όπως στο προηγούμενο κομμάτι της. Δηλαδή με λίγα λόγια όποιος θέλει να φτάσει στη λίμνη θα πρέπει να πάει με τα ποδαράκια του.
Ξεκινάμε...

Περπατάμε κατά μήκος του ποταμού. Δεξιά φαίνεται λίγο το δρομάκι. Καταρράκτες και πυκνή βλάστηση.


Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Βόλτα στην Κοιλάδα.

Καλημέρα καλοί μου φίλοι. Είμαι καλά και το ίδιο ελπίζω και για σας. 
Θα σας πάω μια βόλτα την Κοιλάδα μας. Για να σας ομορφύνω την μέρα. Η Κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων βρίσκετε πολύ κοντά στην πόλη, δέκα λεπτά με τα πόδια. Με χαλαρώνει αυτή η βόλτα. Πήρα λοιπόν και την φωτογραφική μου και απαθανάτισα την άνοιξη που έχει έρθει πλέον για τα καλά. 


Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Τα φουκαριάρικα.


Είδα σήμερα το παραπάνω βίντεο (νταξ εγώ τώρα το πήρα πρέφα...). Στην αρχή γέλαγα. Αλλά μετά στεναχωρήθηκα. Όχι από συμπόνια. Αλλά από οίκτο. Μα από που τα μαζεύουν όλα αυτά βλαμμένα; Που τα βρίσκουν; 
Πήγανε λέει μόνοι τους να καταθέσουν στεφάνια. Σαν τα κακόμοιρα είναι όλα. Με τα φλάιν και τις αρβύλες, με τα ξυρισμένα κεφάλια, σαν τα προβατάκια, λες και το σκάσανε από ορφανοτροφείο της δεκαετίας του 50, σαν τα χαζά, στέκονται προσοχή. Αν υπήρχε Όσκαρ γραφικότητας θα το έπαιρναν ασυζητητί. 
Και εκείνο το φουκαριάρικο που κόντεψε να αγοράσει οικόπεδο όταν πήγαινε το στεφάνι; Ούτε μιλήσει δεν μπορούσε, ούτε άρθρωση δεν είχε καλή. Θα μου πεις είχε τρακ. Μα τι το στείλανε τότε; Φαντάσου δηλαδή οι υπόλοιποι πως είναι.
Και αυτός που του έδωσε το στεφάνι; Με το μαύρο γυαλί, λες και θα πήγαινε σε αγώνα του ΠΑΟΚ ήταν. Πάλι καλά που δεν είχε και κανένα ασπρόμαυρο κασκόλ στο λαιμό.
Και εκείνοι οι μπαρμπάδες δίπλα τους; Μάλλον κουκουλοφόροι της κατοχής θα ήταν. Και μετά αναρωτιόμαστε ποιοι να ήταν αυτοί.
Νομίζω ότι τελικά αρχίζουμε να πιάνουμε πάτο. Αν βγουν αυτοί να κυβερνήσουν καλύτερα να αυτοκτονήσουμε ομαδικώς.
Τραγική ντεκαντάνς, τρομερή έλλειψη παιδείας, πλύση εγκεφάλου. Ποιος ξέρει τι κοινωνικά και σεξουαλικά απωθημένα κουβαλάνε. Μόνο για λύπηση είναι. Αλλά για λύπηση είναι και αυτοί που τους παίρνουν στα σοβαρά και τους ψηφίζουν, έχοντας την ελπίδα ότι αυτοί θα μας σώσουν. 
Τον χαζό βέβαια τι να τον κάνεις; Δεν καταλαβαίνει έτσι κι αλλιώς. Όμως τελικά βλέπω ότι βλακεία πρέπει να τιμωρείτε, γιατί αλλιώς εξαπλώνετε.

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Πες μου ένα τραγούδι να αποκοιμηθώ.

Είμαι πολύ κουρασμένη. Ξεκίνησα και δεύτερη δουλειά, παράλληλα με το μαγαζί. Μου αρέσει εκεί, είμαι μες τη φύση. Άλλοι δεν έχουν καμία και γω έχω δυο. Νιώθω λίγο περίεργα για αυτό. 
Τώρα που ερχόμουν άκουγα στο αμάξι ένα τραγούδι. Δυνάμωσα την ένταση. Το ένιωσα. Και για λίγα λεπτά ξέχασα τα πάντα. Τη κούραση, την αφραγκία, την κρίση, την αδικία, όλα αυτά που με βαραίνουν. Έτσι είναι τα τραγούδια. Αν δεν το κάνουν αυτό δεν είναι τραγούδια, είναι ένα τίποτα.
Μου αρέσει αυτή η εκτέλεση. Δεν βρήκα άλλο βίντεο εκτός από αυτό. Δεν είχα και κουράγιο να ψάξω.

Όποιος πόνεσε μέσα στη ζωή
όποιος έκλαψε σαν μικρό παιδί
τώρα τίποτα πια δε σου ζητά
μόνο στ' όνειρο θα σ' αναζητά

Άσπρο περιστέρι μεσ' τη συννεφιά
μου 'δωσες το χέρι να 'χω συντροφιά
άσπρο περιστέρι μαύρο μου φτερό
κάθε καλοκαίρι θα σε καρτερώ

Όταν σήκωσα το βαρύ σταυρό
μου παράγγειλες να 'ρθω να σε βρω
κι όταν δάκρυσα σαν την Παναγιά
ήταν άνοιξη και Πρωτομαγιά

Άσπρο περιστέρι μεσ' τη συννεφιά
μου 'δωσες το χέρι να 'χω συντροφιά
άσπρο περιστέρι μαύρο μου φτερό
κάθε καλοκαίρι θα σε καρτερώ


Ελπίζω να τα καταφέρω, ελπίζω να αντέξω. Θα προσπαθήσω να μη με χάσετε. Αγαπώ τόσο πολύ το μπλόγκιν. Είναι η ψυχοθεραπεία μου, είναι η ηρεμία μου, είμαι εγώ.
Καληνύχτα/Καλημέρα άγνωστοι και γνωστοί μου φίλοι.

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Ένας κόμπος η χαρά μου.

Ένας κόμπος η χαρά μου που θέλω να λυθεί και να μην ξαναδεθεί. Ένας κόμπος που τον δένει η μοναξιά και τον λύνει το ''μαζί''. Στο καπηλειό καθόμουν και σε σκεφτόμουν. Πως πέρασαν τα χρόνια. Πού 'ναι τα χρόνια ωραία χρόνια, που 'χες λουλούδια μες στην καρδιά. Μοιάζει σαν να πέρασαν αιώνες. Σαν να ήπια όλες τις στιγμές μας μέσα σε ένα ποτήρι. Σαν να έστρωσα όλη μας την ζωή σε τούτο το τραπέζι, με το φαγωμένο τραπεζομάντιλο. Ανάμεσα στους καπνούς, ανάμεσα στην μυρωδιά του κρασιού αχνοφαίνεσαι. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι είσαι εκεί. Λάθος κάνω και απόψε. 
Κάποιος με σκουντά. Νιώθω βαρύ το χέρι του στον ώμο μου, άγριο και σκληρό. Και ας είναι ένας φίλος. Άσε με στο μεθοκόπι έτσι ειν’ οι ανθρώποι, τόσο αμαρτωλοί κι ωραίοι τόσο άνθρωποι. Άσε με στα λάθη μου. Άσε με στο πόνο μου. Άσε με σε αυτή την λυτρωτική μελωδία που τόσο αγαπήσαμε μαζί.
Η μέρα έφυγε. Κάπου νυχτώνει κι ο ήλιος παγώνει. Και ας είναι άνοιξη. Έχει ένα περίεργο κρύο απόψε. Που το νιώθω μόνο εγώ. Μόνο το δικό μου δέρμα ανατριχιάζει, μόνο η δική μου ψυχή.
Θυμάμαι τις τελευταίες σου λέξεις. ''Μη μου θυμώνεις μάτια μου, τώρα που θα σ’ αφήσω''. Ούτε καν τότε δεν σου θύμωσα. Μα πιο πολύ σ΄αγάπησα, πιο πολύ από ποτέ. Πιο πολύ απ΄ότι μπορούν οι άνθρωποι. Συνήθισα να ζω όμως χωρίς εσένα. Συνήθισα να ζω με την έλλειψή σου. Κάτι έχω όμως. Έχω τις μέρες μας. Και έτσι συνεχίζω.
Όλα καλά κι όλα ωραία. Μια γλυκιά αίσθηση νιώθω με την σκέψη σου. Άραγε τι κάνεις, πως περνάς, ποια χέρια σε κρατάνε; Και έτσι πέρασε η ώρα. Με την γεύση του κρασιού στο στόμα και την μυρωδιά του τσιγάρου στα δάχτυλα. Ήταν πέντε ήταν έξι κι έγινε εφτά, το παράπονο με πήρε κι έκλαψα πικρά. Έβγαλα ότι είχα μέσα μου και ξαλάφρωσα. Σηκώθηκα με κόπο. Τα πόδια μου έτρεμαν. Μ’ έπιασε βροχή στο δρόμο μα εγώ δε στάθηκα. Ήθελα να ξεπλυθώ. Να πάρει η βροχή όλο αυτό που λάτρεψα. Μα ήμουν σίγουρη πώς την ίδια στιγμή θα το ζητούσα πίσω. 
Έσπρωξα την σιδερένια πόρτα της αυλής. Στηρίχθηκα για λίγο στο περβάζι του παραθύρου και έψαξα τα κλειδιά μου. Το σπίτι πιο κρύο από ποτέ. Ξάπλωσα. Κάποιος χτύπησε την πόρτα, μα ήταν ο βοριάς και χαμήλωσαν τα φώτα της παρηγοριάς.

Ένα ταπεινό αφιέρωμα για ένα πολύ μεγάλο συνθέτη. Τον Σταύρο Κουγιουμτζή.



Οι στίχοι που χρησιμοποίησα είναι των:
Ένας κόμπος η χαρά μου - Σταύρος Κουγιουμτζής
Στο καπηλειό - Σώτια Τσώτου
Πού `ναι τα χρόνια - Άκος Δασκαλόπουλος
Έτσι είν΄ οι ανθρώποι - Σώτια Τσώτου
Κάπου νυχτώνει - Σταύρος Κουγιουμτζής
Μη μου θυμώνεις μάτια μου - Σταύρος Κουγιουμτζής
Όλα καλά - Σταύρος Κουγιουμτζής
Ήταν πέντε ήταν έξι - Σταύρος Κουγιουμτζής
Το σακάκι μου κι αν στάζει - Άκος Δασκαλόπουλος
Κάποιος χτύπησε την πόρτα - Λευτέρης Παπαδόπουλος

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Άνθρωπος γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Το αιώνιο ερώτημα των Ελλήνων. Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Εγώ να ρωτήσω κάτι άλλο. Αν δεν τιμάς τον όρο Έλληνας ξεγίνεσαι; 
Προχείρως για μένα να πω ότι Έλληνας είναι αυτός που γεννιέται (όχι απαραιτήτως) στην Ελλάδα, μεγαλώνει με την ελληνική παιδεία, με τα ελληνικά ήθη και έθιμα, με τις ελληνικές συνήθειες. Επίσης προχείρως, την ελληνική σφραγίδα νομικώς την παίρνει το παιδί που γεννιέται από Έλληνες γονείς, σε ελληνικό έδαφος. Όλοι οι υπόλοιποι ας περιμένουν. Μέχρι πριν λίγα χρόνια (όχι πριν 100), το 2003 νομίζω, Έλληνας στα χαρτιά ήταν το παιδί που θα γεννιόταν από Έλληνα πατέρα. Αν η μητέρα του ήταν Ελληνίδα και ο πατέρας του αλλοδαπός και ας γεννιόταν σε ελληνικό έδαφος, δεν είχε το δικαίωμα της ελληνικής ιθαγένειας. Ρατσισμός ακόμα και στην μάνα. 
Δεν θα σας κουράσω με νόμους και διάφορα άλλα τέτοια. Δεν τα ξέρω άλλωστε και με αφήνουν και παγερά αδιάφορη. Γιατί όπως έχουμε ξαναπεί το ότι κάτι είναι νόμιμο δεν σημαίνει πως είναι και ηθικό, και το αντίστροφο.
Γιατί όμως φοβόμαστε τόσο την ελληνοποίηση κάποιων ανθρώπων, που δεν γνώρισαν άλλη πατρίδα εκτός από την Ελλάδα; Γιατί αυτό παραμυθάκι των φυλών έχει τόση πέραση;
Αρχικά θα έλεγα ότι φοβόμαστε ότι με την αλόγιστη ελληνοποίηση αλλοδαπών, θα χάσουμε την δική μας ελληνικότητα. Σκεφτείτε μόνο αυτό. Τόσοι Έλληνες διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο, δεύτερης, αλλά και τρίτης γενιάς, κρατούν άσβεστο τον παλμό της Ελλάδας ακόμα και αν βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά. Κρατούν τα ελληνικά ήθη και έθιμα, γιορτάζουν εθνικές και χριστιανικές εορτές, ακούν ελληνική μουσική, μιλούν την ελληνική. Και ξέρετε γιατί τα κατάφεραν; Επειδή δεν ήθελαν να χάσουν την ελληνικότητά τους. 
Για να μην πάμε μακρυά. Τόσα χρόνια εισβολών, πολέμων, κατοχών, πόνου και κακουχιών δεν μείωσαν έστω και ελάχιστα την ελληνικότητά μας. Δεν χάθηκε απολύτως τίποτα. Απλά ίσως να ενισχύθηκε από άλλες κουλτούρες, όχι όμως λειτουργώντας αφαιρετικά αλλά προσθετικά.
Θέλω απλά να πω δηλαδή ότι αν κάτι δεν θες πραγματικά να το χάσεις δεν πρόκειται να το χάσεις ούτε καν με τη βία. Μπορείς να πάψεις να αγαπάς κάποιον επειδή θα σου επιβάλουν να μην τον αγαπάς; Εγώ λέω όχι.
Και πάμε τώρα σε ποιο πρακτικά θέματα. Υπάρχουν παιδιά που μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Δεν γνώρισαν καμία άλλη πατρίδα. Δεν γνώρισαν καμία άλλη γλώσσα. Έλαβαν την ελληνική παιδεία και μεγάλωσαν με ελληνικές συνήθειες και καταβολές. Αυτά τα παιδιά, που τώρα πλέον είναι μεγάλοι άνθρωποι, βρίσκονται στον αέρα. Δεν ανήκουν πουθενά. Δεν ανήκουν στην χώρα καταγωγής τους αλλά δεν ανήκουν και στην Ελλάδα. Στην καρδιά τους όμως που ανήκουν; Εκεί νομίζω τα πράγματα είναι πιο απλά.
Βλέπω ότι υπάρχει ένας φόβος για ότι είναι ξένο, για ότι δεν μοιάζει σε μας. Ακόμα και αν αυτό φωνάζει από μακρυά ότι είναι ελληνικό. Σκέφτομαι κάτι. Φοβόμαστε γιατί η δική μας ελληνικότητα, αυτή που έχουμε μέσα στο μυαλό μας και μέσα στην καρδιά μας βρίσκετε στη κόψη που ξυραφιού.  Δεν είμαστε σίγουροι τι θα πει Ελλάδα. Είμαστε Έλληνες εν λευκό. Δεν γνωρίζουμε ιστορία, δεν μιλάμε σωστά ελληνικά, δεν ξέρουμε κατά που πέφτει η Ικαρία, δεν ξέρουμε τι είναι η Μακεδονία, δεν ξέρουμε πως οι μουσουλμάνοι βρέθηκαν στην Θράκη, δεν ξέρουμε πως χάσαμε την Κύπρο. Δεν ξέρουμε τίποτα. Θέλουμε όμως να εναντιωθούμε στα Σκόπια, στους Τούρκους, στους μουσουλμάνους. Έτσι. Επειδή είναι ένα στερεότυπο που το ακολουθούμε χωρίς να ξέρουμε το γιατί το ακολουθούμε. Και εφόσον δεν πληρούμε οι περισσότεροι αυτά τα βασικά κριτήρια της ελληνικότητας, πρέπει να ξεγίνουμε Έλληνες; Για να μην αναφερθώ για στους πολιτικούς. Έχει ένας πολιτικός, που έχει προδώσει ανεπανόρθωτα την πατρίδα του, το δικαίωμα να λέγετε Έλληνας;
Είμαστε εθνικά φανατισμένοι περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της ιστορίας μας, ενώ ταυτόχρονα είμαστε περισσότερο αμαθείς, ημιμαθείς και ηθικά διεφθαρμένοι επίσης. Γιατί ξέρετε αυτά πάνε μαζί. Ο φανατισμός δεν φυτρώνει σε άγονο έδαφος. Φυτρώνει μόνο πάνω στο μίσος και στην άγνοια. Και έτσι υπηρετούμε τα θέλω μιας εξουσίας που θέλει τους λαούς πνευματικά υποδουλωμένους και κατά φαντασίαν φανατισμένους.
Εγώ θα πω τούτο. Και ας παρεξηγηθώ. Ένα παιδί παραπάνω να μάθει την Ελληνική, να πάει σε ελληνικό σχολείο, να μάθει την ελληνική ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα είναι ένα μεγάλο κέρδος για  την διατήρηση και την συντήρηση της ελληνικότητας. Να μην βλέπουμε το δέρμα. Να βλέπουμε το μυαλό. Αυτό να είναι ελληνικό. Με λίγα λόγια να τους βράσω τους Έλληνες στο αίμα μόνο.
Έλληνας γεννιέσαι. Ναι σωστά. Αλλά ο Έλληνας πρέπει να κρατά την ελληνικότητα του, ώστε να συνεχίζει να είναι Έλληνας. Και όταν μιλάμε απαξιωτικά για τους αλλοδαπούς που θέλουν να γίνουν Έλληνες, ας κοιτάξουμε λιγάκι και την δική μας καμπούρα. Να αναρωτηθούμε, πέρα από φυλές, έθνη, σύνορα: Άνθρωπος γεννιέσαι ή γίνεσαι; Από εκεί να ξεκινήσουμε. Όλα τα άλλα είναι φτιαχτά.

Αφιερωμένη η ανάρτηση αυτή στον Ben Provis και σε όλα τα παιδιά που πνίγονται στην ελληνική γραφειοκρατεία για να αποδείξουν το αυτονόητο.
Ben αν οι Έλληνες είχαν την μισή ηθική και καλοσύνη σου, η Ελλάδα θα ήταν παράδεισος.

τελευταία άρθρα